Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

ξεστρατίζω


Ήταν κακή επιλογή,

χωρίς επισκεπτήριο

αυτή η μπλε

η φυλακή.

ξεστρατίζω

Έτσι προσπαθούσα

να επιλέξω το σωστό

εκείνο που ποθούσα.

Εκείνου η φωνή

ήταν για μενα διατγή.

Λάθος η σοστό

κ΄ακολουθούσα .

Έτσι μεγάλωσα,

το θεό τον Αρη είδα.

Μετά με μάλωσα

μ΄αυτό το δρόμο πήρα.

ξεστρατίζω

Αν δεν τολμήσεις,

δεν κερδίζεις,

Δεν δοκιμάζεις,

τίποτα δεν αλάζεις.


Να ειναι


Παιχνίδια σκιάς και φωτός να είναι

τα πνεύματα των προγόνων μας

το πνεύμα κάποιου ποταμού,

μικρές θεότητες,ετούτου του νησιού

...............................

Ο ήχος της ορχήστρας, αθάνατος θνητός

μελωδικά να παίζει,

ρυθμικά να παίζει,

για να ανασάνει ο θεός.

..................................

Θεέ του Ήλιου, θεά της Γης,θεέ του ουρανού,

ψυχή,κορμί καθάρισε και νού

να είναι πάντα αθάνατο

το πνεύμα ετούτου του νεκρού

................................

Ανθρώπινο το σπίτι να είναι

πλατιά χαμόγελα στην υπαίθρια αγορά

ένα λουλούδι να είναι αρκετό,

νερό να τρέχει, το χώμα καρπερό.

Στο Βαγγέλη Καρύδη το ζωγράφο της Πεντέλης

2004

Σύκω και στάσου

Πλυγωμένες ψυχές παρατιμένες στο κρύο
αφημένες στο χθες.
Μάχη στους δρόμους της γειτονιάς
πόνος γραμένος στα προσωπά τους
δεν σε ξεχνούν δεν τους ξεχνάς.

Κουβέντες βαριές ανταλάσουν μπροστά σου
ζωή γρατζουνιές, εικόνες πολές
άλλες καλές άλλες κακες.

Σύκω και στάσου στα πόδια ξανά.
Σκοτώνει ο ένας τον άλλο
Σύκω και φύγε , μία παρά
στείλε το μήνυμα.,χτύπα ξανά
και σκέψου...

άλλα είναι πλύν(-), άλλα είναι σην(+)
όμως όλα είναι ένα
τι μοναξιά δεν μπορείς
δεν θέλεις όμως κανένα.

Σύκω και στάσου στα πόδια ξανά.
Όταν πιστεύεις σε σένα κανείς δεν σε αντέχει.
Σύκω και φύγε μακριά απ΄τα μάτια του κόσμου
η σκοτεινή αμαρτία σε κάνει να τρέχεις.

το δικό μου το πιοτό

Το μόνο σίγουρο εδώ στη γη, είναι ο θάνατος.

Αυτός που το γνωρίζει αυτό...αυτός θα μείνει αθάνατος.

Έτσι ο καλλιτέχνης της ζωής, είναι ο καλλιτέχνης μαζί και του θανάτου
αυτός που ξέρει τι θα πει σιωπή, αυτός που ξέρει τι θα πει ζωή.
Αυτός που ξέρει τι να πει; Αυτός που ξέρει τι να πιεί;
Όταν οι άλλοι τα έχουν πιεί και τά’χουν ξαναπεί;

Kαι τους βλέπεις που γυρνάνε, να πηγαίνουν από εκεί ως εδώ,
άλλοι πάλι να γερνάνε, γιατί θέλουν να με μάθουν πως να ζω;;
Αφού εκείνο εκείνο που ζητώ, είναι μόνο να γελώ
και το δικό μου το πιοτό είναι να κάνω τους άλλους να γελάνε

Του θανάτου την σιωπή σαν συναντήσω,
σιωπηλός σαν το πηλό θα χαιρετίσω,
το γλυκό πιοτό του γέλιου,από σένα θα ζητήσω.